ΦΙΜΩΣΗ

Ορίζεται η κατάσταση εκείνη στην οποία  δεν είναι δυνατή η αποκάλυψη της βαλάνου όταν έλκουμε την ακροπόσθια (δέρμα).

Η συχνότητα εμφάνισης είναι περίπου 8% σε ηλικία 6-7 ετών και πέφτει στο 1% σε ηλικία 16-18ετων.

Η φίμωση είναι είτε πρωτοπαθής, χωρίς σημεία ραγάδων είτε δευτεροπαθής συνέπεια χρόνιας φλεγμονής (ξηρωτική βαλανίτιδα). Προδιαθεσικοί παράγοντες δευτεροπαθούς φίμωσης είναι η κακή υγιεινή και συστηματικές νόσοι όπως πχ ο σακχαρώδης διαβήτης.

Η διάγνωση γίνεται εύκολα με την κλινική εξέταση.

Η φίμωση μπορεί να προκαλέσει προβλήματα στην ούρηση η τη σεξουαλική δραστηριότητα, ενώ η παρουσία ραγάδων είναι ιδιαίτερα επώδυνη .

Στα βρέφη και τα μικρά παιδιά (πριν την εφηβεία) η αντιμετώπιση της φίμωσης απαιτεί ιδιαίτερη προσοχή λόγω της παρουσίας συμφύσεων μεταξύ βαλάνου και ακροπόσθιας(ψευδής φίμωση). Όταν η περιτομή σε αυτές τις ηλικίες κρίνεται απαραίτητη, θα πρέπει να επιλέγεται η συντηρητικότερη μέθοδος με στόχο την όσο το δυνατόν διατήρηση ακροπόσθιας (πλαστική ακροπόσθιας).

Στους ενήλικες, ένδειξη θεραπείας αποτελούν οι υποτροπιάζουσες φλεγμονές της περιοχής (βαλανοποσθίτιδα),  η δυσκολία στην σεξουαλική επαφή η την ούρηση, ύποπτες βλάβες για καρκίνο πέους καθώς και η παραφίμωση. Η συστήσασα θεραπεία είναι η περιτομή , η οποία συνίσταται στην αφαίρεση του πάσχοντος τμήματος της ακροπόσθιας και εν συνεχεία την πλαστική κατά συνέχεια ιστού αποκατάσταση.